ερημίτης

ερημίτης
ερημίτης ο
монах отшельник, пустынник, затворник

Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко). 2013.

Смотреть что такое "ερημίτης" в других словарях:

  • ερημίτης — ο, θηλ. ερημίτις και ερημίτισσα (AM ἐρημίτης, θηλ. ἐρημῑτις, ιδος, Μ και ἐρημήτρια) [έρημος] αυτός που ζει στην έρημο, απομονωμένος νεοελλ. (ορυκτ.) ορυκτό, φωσφορικό άλας δημητρίου, λανθανίου και θορίου παρουσιάζεται σε γενικά μικρούς και… …   Dictionary of Greek

  • ερημίτης — ο ασκητής, αναχωρητής: Ξάφνου πρόβαλε ένας ερημίτης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐρημίτης — ἐρημί̱της , ἐρημίτης of the desert masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βενέδικτος ο ερημίτης — (; – 845). Έλληνας μοναχός. Ίδρυσε στη Γαλλία μοναστήρι και έγινε ο πρώτος ηγούμενός του. Η Δυτική Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο και η μνήμη του τιμάται στις 22 Οκτωβρίου …   Dictionary of Greek

  • Πέτρος ο Ερημίτης — (ήΠέτρος της Αμιένης, Πικαρδία; – κοντά στη Λιέγη, περ. 1115). Γάλλος μοναχός και σταυροφόρος. Στρατιώτης και κατόπιν μοναχός, ίσως ύστερα από ένα ταξίδι στους Αγίους Τόπους, έγινε φανατικός κήρυκας της πρώτης Σταυροφορίας την οποία οργάνωσε ο… …   Dictionary of Greek

  • Τριστάνος ο Ερημίτης — (Tristan l’ Hermite, Σολιέ, Μαρς 1596 ή 1601 – Παρίσι 1655). Γάλλος συγγραφέας. Έζησε στην Αγγλία και στη Νορβηγία και, αργότερα στη Γαλλία, όπου το 1649 έγινε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Ευαίσθητος και μελαγχολικός ποιητής, έγραψε επίσης ένα… …   Dictionary of Greek

  • ἐρημῖται — ἐρημίτης of the desert masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ИОАНН ОТШЕЛЬНИК — Прп. Иоанн Отшельник. Икона. 1 я четв. XVII в. (мон рь ап. Иоанна Богослова на о ве Патмос) Прп. Иоанн Отшельник. Икона. 1 я четв. XVII в. (мон рь ап. Иоанна Богослова на о ве Патмос)[Иоанн Ксен; греч. ᾿Ιωάννης ὁ ᾿Ερημίτης, ὁ Ξένος] (970 после… …   Православная энциклопедия

  • Арсений Великий — В Википедии есть статьи о других людях с именем Арсений. Арсений Великий Αρσένιος Ερημίτης фреска, XIV век, Афон …   Википедия

  • μονερημίτης — και μονηρεμίτης, ὁ (Μ) αυτός που μόνος ζει ως ερημίτης, αυτός που διάγει μονήρη βίο. [ΕΤΥΜΟΛ. < μον(ο) * + ἐρημίτης] …   Dictionary of Greek

  • ψευδερημίτης — και ψευδοερημίτης ὁ, Μ αυτός που προσποιείται ότι είναι ερημίτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψευδ(ο) * + ἐρημίτης] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»